εύμαρις

εὔμαρις, -άριδος, ἡ (Α)
ασιατικό σάνδαλο, είδος παντόφλας («κροκόβαπτον εὔμαριν ἀείρων», Αισχύλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Δάνεια λέξη, άγνωστης προελεύσεως, πράγμα συνηθισμένο για ονομασίες υποδημάτων (πρβλ. αρβύλη, ασκέρα, βλαύτη κ.ά.)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὔμαρις — εὔμᾱρις , εὔμαρις an Asiatic shoe fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμάριδες — εὐμά̱ριδες , εὔμαρις an Asiatic shoe fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμάρισιν — εὐμά̱ρισιν , εὔμαρις an Asiatic shoe fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔμαριν — εὔμᾱριν , εὔμαρις an Asiatic shoe fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.